Το βασικό χαρακτηριστικό τους είναι ότι το επιτόκιο δεν είναι σταθερό, αλλά μεταβάλλεται είτε ανοδικά είτε πτωτικά, ακολουθώντας πιστά τη μεταβολή του ευρωεπιτοκίου, του περίφημου euribor. Τα κυμαινόμενου επιτοκίου δάνεια κρύβουν κινδύνους γιατί μετά 5 ή 10 χρόνια τα επιτόκια μπορεί να έχουν ανέβει αρκετά και η μηνιαία δόση να αναρριχηθεί σε πολύ υψηλά επίπεδα, ανατρέποντας τον οικογενειακό προϋπολογισμό. Είναι χαρακτηριστικό ότι πριν από ενάμιση χρόνο το euribor ήταν στο 2% και σήμερα βρίσκεται στο 3,5% με προοπτική περαιτέρω ανόδου. Tο βασικότερο πλεονέκτημα των σταθερού επιτοκίου δάνεια είναι ότι μια οικογένεια μπορεί να υπολογίζει επακριβώς το τμήμα του εισοδήματός της που θα διαθέσει για την αποπληρωμή δανείων το οποίο δεν θα μεταβάλλεται. Βέβαια, η σταθερότητα έχει δύο πλευρές: H θετική πλευρά είναι ότι όσο και να αυξηθεί το euribor ο καταναλωτής δεν επιβαρύνεται διατηρώντας το ύψος της μηνιαίας του δόσης σταθερή ανεξαρτήτως της γενικότερης κατάστασης στην οικονομία. H αρνητική πλευρά είναι ότι δεν μπορεί να επωφεληθεί από ενδεχόμενη μείωση των επιτοκίων. Οσο χαμηλά και να υποχωρήσει το euribor το δάνειο σταθερού επιτοκίου θα παραμείνει σταθερό και δεν θα επωφεληθεί από το περιβάλλον χαμηλών επιτοκίων. Xαρακτηριστική περίπτωση είναι όσοι δανειολήπτες προχώρησαν στη σύναψη στεγαστικού δανείου με σταθερό επιτόκιο στις αρχές της δεκαετίας του 1990. Tότε η χώρα μας ήταν εκτός Ευρωζώνης και τα επιτόκια ήταν κατά πολύ υψηλότερα και όσοι έλαβαν δάνειο με σταθερό επιτόκιο το μετάνιωσαν πικρά καθώς τα επόμενα χρόνια η Eλλάδα εισήλθε στην Ευρωζώνη και τα επιτόκια μειώθηκαν θεαματικά (υποχωρώντας σε ιστορικά χαμηλά επίπεδα) μειώνοντας εντυπωσιακό το κόστος του χρήματος και οδηγώντας σε πολύ χαμηλά επίπεδα τα στεγαστικά δάνεια. Aπό το περιβάλλον χαμηλών επιτοκίων οι δανειολήπτες που είχαν λάβει σταθερού επιτοκίου δάνεια δεν ωφελήθηκαν καθόλου και παρέμειναν εγκλωβισμένοι σε πολύ υψηλά επίπεδα επιτοκίων.