Λ

λ: (συντελεστής θερμικής αγωγιμότητας, συχνά αναφέρεται και σαν συντελεστής k) δείκτης θερμομονωτικής ικανότητας ενός υλικού. Όσο μικρότερος ο συντελεστής, τόσο καλύτερο μονωτικά είναι το υλικό.

 

λαμαρίνα τραπεζοειδής: βλ. τραπεζοειηδής λαμαρίνα

λαμπάς: χτίσιμο, συνήθως από τούβλα, μικρού πλάτους. Συνήθως κολλητά σε μία κολώνα από μπετόν, για να περιοριστεί το άνοιγμα που απομένει.

λάσπη: κονίαμα αποτελούμενο από άμμο, νερό, τσιμέντο και ασβέστη. Ο σοβάς αποτελείται από λάσπη.

λατάκι: κομμάτι ξύλου τετραγωνικής διατομής 7,5 Χ 7,5 εκ. (αλλά υπάρχουν και 8Χ8εκ) που χρησιμοποιείται στο καλούπωμα. Δεν έρχεται σε επαφή με το μπετόν γιατί η χρήση του είναι για ενισχυση του πετσώματος. Κατά τη διάρκεια της ζωής του θα κοπεί αρκετές φορές κι όταν το μήκος του πέσει κάτω από 1μ, θα λέγεται μπαγάς.

λιστέλο: (για κεραμικά πλακίδια) διακοστμητικό στοιχείο που έχει συνήθως το ίδιο μήκος με τα κεραμικά πλακάκια αλλά πολύ μικρότερο πλάτος. Συνήθως τοποθετείται μία σειρά από αυτά ψηλά ή χαμηλά σε ένα τοίχο.

Μ

μαδέρι: κομμάτι ξύλου πάχους 5εκ. και πλάτους 20-25εκ. Σε μεγάλα μήκη (πάνω από 3μ), που συνήθως χρησιμοποιείται για την κατασκευή ικριωμάτων.

μανδύας: βλ. τσέρκι

μαρκούτσι: μακρόστενο κυλινδρικό εργαλείο που πάλεται με τρόπο που τοποθετούμενο σε νεοχυτευμένο σκυρόδεμα προκαλεί τη συμπύκνωσή του.

μάρμαρο: εκτός από το γνωστό κρυσταλλικό πέτρωμα είναι και η σκόνη απ’ αυτό το υλικό καθώς και η τελευταία στρώση του σοβά.

μαρμαροποδιά: μάρμαρο πάχους συνήθως 2 ή 3εκ. που τοποθετείται στο κάτω μέρος ανοιγμάτων (παράθυρα, πόρτες, μπαλκονόπορτες). Στην 2η και 3η περίπτωση τοποθετείται μετά τη διάστρωση των σωληνώσεων της θέρμανσης και είναι εξαιρετικά κρίσιμο γιατί καθορίζει ακριβώς το ύψος των δαπέδων.

μαρμαρόσκονη: ρινίσματα (σκόνη) από μάρμαρο, που χρησιμοποιείται στην τελευταία στρώση του σοβά.

μερεμέτι: μικρού μεγέθους εργασία, συχνά επισκευαστική λόγω κάποιας αστοχίας ή κακοτεχνίας ή ανεπαρκούς συντονισμού.

μισοτσίμπουκο: καμπύλωμα στην πάνω εξωτερική πλευρά μιας μαρμαροποδιάς. Στην περίπτωση που το καμπύλωμα περιλαμβάνει αμφότερες την πάνω και κάτω εξωτερική γωνία, τότε αυτή η εργασία λέγεται ολόκληρο τσιμπούκι.

μονοκάλουπο: τοιχίο, κολώνα ή που δεν έχει καλούπι (ή δεν καλουπώθηκε) και από τις δύο πλευρές γιατί π.χ. δεν μπορούσε να γίνει εκσκαφή. Λ.χ. όταν καλουπώνουμε σε επαφή με γειτονική κατασκευή.

μονόπαντο: το πέδιλο ενός τοιχίου ή μίας κολώνας που δεν τοποθετείται συμμετρικά εκκατέροθεν του τοιχίου ή γύρω-γύρω από την κολώνα αλλά μόνο από τη μία πλευρά. Έχει δηλ. μία πάντα. Χρησιμοποιείται όπου μία κολώνα ή ένα τοιχίο είναι σε επαφή με το όριο του οικοπέδου.

μονοσωλήνιο: σύστημα τροφοδοσίας των θερμαντικών σωμάτων (καλοριφέρ) με ζεστό νερό. Το σύστημα αυτό αντικατέστησε παλιότερο σύστημα με δύο σωλήνες κι έτσι πήρε το όνομά του χάρις σ’ αυτή την τεχνική πρόοδο.

μουρέλο: στις μαρμαροποδιές, η λεπτή πλευρά τους.

MPa: (Megapascal) Μονάδα μέτρησης της πίεσης (δύναμη ανά μονάδα επιφανείας). 1 MPa = 1 Newton/mm².

μπαγάς: απομεινάρι από λατάκι που έχει μήκος κάτω του ενός μέτρου.

μπάζα: α. το χώμα που χρησιμοποιούμε για επιχωματώσεις που συνήθως δεν είναι πολύ καλό αν πρόκειται για φυτεύσεις, β. τα σκουπίδια μιας οικοδομής που πρέπει να πεταχτούν σε κάποια χωματερή δηλ. δεν θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν για επιχωμάτωση και γ. μία στενή λωρίδα από το ίδιο υλικό που κατασκευάστηκαν τα ντουλάπια (κουζίνας ή υπνοδωματίου) και που τοποθετείται στο κάτω μέρος των ντουλαπιών για να κρύψει -συνήθως- τα ποδαράκια των ντουλαπιών.
μπακλαβαδωτή λαμαρίνα: βλ. τραπεζοειδής λαμαρίνα.

μπατική: τρόπος κατασκευής τοιχοποιίας όπου η κάθε σειρά από τούβλα (ή άλλα στοιχεία) περιέχει 2 τούβλα παράλληλα με το μήκος του τοίχου τοποθετημένα και μετά ένα τούβλο εγκάρσια προς το μήκος του τοίχου τοποθετημένο κ.ο.κ.. Το ελάχιστο πάχος ενός τοίχου χτισμένου μ’αυτό τον τρόπο είναι δύο τούβλα. βλ. επίσης δρομική.

μπετόν: βλ. σκυρόδεμα.

μπετόν αρμέ: οπλισμένο με χάλυβα μπετόν

μπετονιέρα: το μηχάνημα εκείνο που έχει κάδο για ανάμειξη των υλικών και προετοιμασία ενός χαρμανιού. Επίσης έτσι λέγεται και η βαρέλα

μπετόν καθαριότητας: βλ. καθαριότητας

μπιζουτέ: γωνία στην κάτω εξωτερική πλευρά μιας μαρμαροποδιάς.

μποτιλιάρω: βάζω μπουτέλια

μπουτέλι: ένα λατάκι ή σωλήνα με βίδα που τοποθετείται ώστε να κοντράρει ένα καλούπι (συνήθως μονοκάλουπο ή ντουλάπι).

Ν

N: (Newton) Μονάδα μέτρησης δύναμης. Δεν είναι πολύ επιστημονικό αλλά για πρακτικούς σκοπούς μπορούμε να πούμε ότι ισοδυναμεί περίπου με 1/10 του κιλού.

νευρομετάλ: γαλβανισμένο πλέγμα που χρησιμοποιείται για την ενίσχυση της λάσπης στο σοβάτισμα, όπου αυτή πρέπει να έχει μεγαλύτερο από το συνηθισμένο πάχος των 2-3εκ.. Συνήθως ντύνουμε με τέτοιο σωλήνες αποχετεύσεων.

ντουλάπι: (εκτός από το χώρο όπου αποθηκεύουμε τα ρούχα μας) μονοκάλουπο τοιχίο από μπετόν αρμέ, κατασκευασμένο στα γρήγορα προκειμένου να ασφαλίσει υπάρχουσα γειτονική κατασκευή από κατάρευση καθώς έχει γίνει εκσκαφή στα όρια της θεμελίωσής της.

ντρενάζ: βλ. Drainage

Ξ

ξηρολιθιά: είδος τοιχοποιίας (που πλέον χρησιμοποιείται μόνο για κατασκευή περιφράξεων) από πέτρα στοιβαγμένη χωρίς κανένα συνδετικό κονίαμα.

Ο

οικοδομική γραμμή: η γραμμή εκείνη πέρα από την οποία δεν επιτρέπεται να χτίσουμε (βλ. επίσης ρυμοτομική γραμμή, πρασιά, δρόμος, πεζοδρόμιο).

οικοδομικός χάλυβας: χάλυβας σε μορφή βέργας ή τσερκιού και μερικές φορές πλέγματος που χρησιμοποιείται για τον οπλισμό του σκυροδέματος.

όμορος: αυτός που έχει κοινά όρια, δηλ. που συνορεύει.
οπτόπλινθος: τούβλο με τρύπες.

Π

παπαγάλος: είδος γερανού κατάλληλου για οικοδομικές και άλλες εργασίες, συνήθως μικρού ως μεσαίου μεγέθους και ανάλογων δυνατοτήτων. Είναι μόνιμα εγκατεστημένος σε φορτηγό αυτοκίνητο (συνήθως πίσω από την καμπίνα του οδηγού) με τρόπο που να επιτρέπει στο φορτηγό τη φόρτωση εμπορευμάτων και υλικών.

παρετίνα: ειδικός στόκος για σπατουλαριστό

πασαλόμπηξη: ειδικός τύπος θεμελίωσης για κατασκευές με ειδικές απαιτήσεις (π.χ. γέφυρες) ή/και σαθρά εδάφη.

πάτημα: το οριζόντιο επαναλαμβανόμενο κομμάτι μιας σκάλας. Συνηθισμένο βάθος 26-29εκ.. Μία σκάλα που ανεβαίνει έναν όροφο έχει συνήθως 16 πατήματα. Μία σκάλα έχει ρίχτια και πατήματα.

πέδιλο: στοιχείο θεμελίωσης

πεδιλοδοκοί: είδος θεμελίωσης

πεζοδρόμιο: το πλάτος τους περιλαμβάνεται στο πλάτος του δρόμου όπως αυτό εμφανίζεται στο τοπογραφικό μας. Είναι ευθύνη δική μας (του ιδιοκτήτη του οικοπέδου πάνω στο οποίο εφάπτεται) να είναι βατό, να μην έχει εμπόδια για πεζούς και να μην κρύβει παγίδες (προεξοχές όπου κάποιος μπορεί να σκοντάψει).

περασιά: νοητή ευθεία με βάση κάποιο σημείο αναφοράς. Π.χ. οι κολώνες στην ίδια εξωτερική πλευρά μιας οικοδομής πρέπει να είναι στην ίδια περασιά.

περλομπετόν: ελαφρομπετόν που περιέχει και περλίτη. Είναι ακριβότερο από την απλή τσιμεντοκονία και από το αφρομπετόν, αλλά έχει μικρότερο βάρος και καλύτερες μονωτικές ιδιότητες (κυρίως θερμομονωτικές αλλά και ηχομονωτικές)

πεταλούδες: εργαλείο που χρησιμοποιείται από τους καλουπατζήδες (σε συνδυασμό με τακάκια και φουρκέτες) για το σφύξιμο τοιχίων ή κολωνών ώστε να μην ανοίξουν κάτω από την πίεση του ρευστού σκυροδέματος.

πέτσωμα: κομμάτι τάβλας με μήκος μεταξύ 80εκ και 1,70μ.. Κατά μία γενικότερη έννοια πέτσωμα λέγεται και η επιφάνεια πάνω στην οποία θα χυτευθεί το μπετόν. Συνήθως για πλάκες.
πίλαρ (pillar) ΔΕΗ: βλ. ερμάριο ΔΕΗ

pilotis: (προφέρεται: πιλοτί ) η κατασκευή εκείνη που στηρίζει ένα οικοδόμημα πάνω σε κολώνες διατηρώντας το ισόγειο κενό κατά τ’ άλλα και ελεύθερο για χρήσεις όπως λ.χ. χώρους στάθμευσης. Είναι λέξη της της γαλλικής γλώσσας, όπου ενικός και πληθυντικός είναι ο ίδιος.

πλάκα: το (συνήθως αλλά όχι απαραίτητα) επίπεδο, μικρού πάχους και μεγάλης επιφάνειας οριζόντιο στοιχείο του σκελετού μιας κατασκευής. Μαζί με τις κολώνες και τα δοκάρια σχηματίζουν τον σκελετό.

πλάκα σάντουιτς: βλ. σάντουιτς πλάκα.

πλάκες πεζοδρομίου: για πεζοδρόμια και διαδρόμους. Απαιτούν υποστρωμα σε επίπεδη μορφή (συνήθως απο μπετόν). Έχουν διαστάσεις 40Χ40εκ. και θα χρειαστείτε 6,25 τέτοιες στο μ2 εάν δεν έχετε καθόλου φύρα.

πλέγμα: (συνήθως για οπλισμό σκυροδέματος) παράγεται σε διάφορες διαστάσεις και πυκνότητες, αλλά ο συνηθέστερος τύπος είναι το Τ92. Έχει καρέ 15Χ15εκ., τα σίδερα είναι διαμέτρου 4χιλ. και ζυγίζει 16 κιλά ανά τεμάχιο. Με διαστάσεις 5Χ2μ, ζυγίζει 1,6κιλά ανά μ2.

πολυστερίνη: ένα είδος συνθετικού υλικού (το κοινό φελιζόλ) που χρησιμοποιείται για θερμομόνωση. Παράγεται σε δύο βασικές ποικιλίες, εξηλασμένη και διογκωμένη. Η πρώτη από τις δύο λίγο καλύτερη και λίγο ακριβότερη.

ποταμός: κανάλι ή προεξοχή συνήθως στην εξωτερική κάτω πλευρά μίας μαρκίζας ή ενός μπαλκονιού ώστε τα νερά της βροχής να μην μπορούν να προχωρήσουν προς το εσωτερικό του μπαλκονιού ή της προεξοχής, αλλά να στάζουν στο σημείο του ποταμού. Γίνεται και στις μαρμαροποδιές.

ποτήρι: (στα μπετά), κύλινδρος μεταλλικός που χρησιμοποιείται για τη σύνδεση ικριωμάτων.

πραγματική αξία ακινήτου: η αξία στην οποία το ακίνητο αλλάζει χέρια. Η τιμή εκείνη στην οποία συμφωνούν αγοραστής και πωλητής και που χάρις σ’αυτή τη συμφωνία γίνεται η συναλλαγή.

πρασιά: η λωρίδα εκείνη του οικοπέδου μας που βρίσκεται ανάμεσα στην οικοδομική και ρυμοτομική γραμμή και που δεν επιτρέπεται να χτίσουμε.

πρέκι: βλ. σενάζ.

πρέσα: για μπετόν, η αντλία που τραβάει το σκυρόδεμα από τη βαρέλα και το προωθεί στο ακριβές σημείο της χύτευσης. Σχεδόν πάντα (αλλά όχι απαραίτητα) μόνιμα εγκατεστημένη πάνω σε φορτηγό.

πρέσα: για σοβάτισμα, το μηχάνημα που αναμειγνύει και ακολούθως προωθεί το κονίαμα (πεταχτό, λάσπη, μάρμαρο κλπ) στο ακριβές σημείο διάστρωσης. Συνήθως ένα μικρό μηχάνημα που μεταφέρεται από οικοδομή σε οικοδομή ρυμουλκούμενο από ένα μικρό φορτηγάκι.

πρόβολος: οποιαδήποτε προεξοχή (προβολή, που προβάλει) από το κτίριο, συνήθως τα μπαλκόνια.

πρόκα: καρφί, ήλος.

πυλωτή: βλ. Pilotis

Ρ

ράμμα: σπάγγος, πάχους περίπου 1 χιλιοστού, που χρησιμοποιείται για τον προσδιορισμό μιάς ευθείας (ή μιας περασιάς). Συνήθως δένουμε το ράμμα σε δύο πρόκες ή σε δύο τούβλα. Πρέπει να είναι καλά τεντομένο.

ράμπα: επιφάνεια που προσφέρει πέρασμα σε έναν άλλο χώρο (π.χ. η ράμπα του γκαράζ), συνήθως υπό κάποια κλίση. Μέγιστη κλίση για αυτ/τα 25%. Μία ράμπα πρέπει να έχει αυξημένη αντιολισθητικότητα όσο μεγαλώνει η κλίση της.

ραντιέ: βλ. κοιτόστρωση.

ρευστοποιητής: ειδικό πρόσθετο για να αυξάνεται η εργασιμότητα του σκυροδέματος. Προστίθεται στο υγρό σκυρόδεμα μέσα στη βαρέλα και απαιτείται ανάδευση. Απαραίτητο πλέον σχεδόν για όλες τις σκυροδετήσεις. Χάρις σ’αυτό μπορούμε να έχουμε πιο λεπτόρευστο μπετόν χωρίς να χρειάζεται να προσθέσουμε νερό.

revinex: στεγανωτικό μάζης σε μορφή γαλακτώματος. Μία από τις μάρκες που θα βρείτε στην αγορά αρκετά διαδεδομένη. Θα βρείτε προϊόντα για την ίδια χρήση και από Sika, Durostick, Ceresit και πολλά άλλα.

ριζόκομα: τα κατακόρυφα τοιχώματα ή επιφάνειες ενός σκάμματος.

ρίχτι: το κατακόρυφο επαναλαμβανόμενο κομμάτι μιας σκάλας. Συνηθισμένο ύψος είναι 16-19εκ.. Μία σκάλα που ανεβαίνει έναν όροφο έχει συνήθως 17 ρίχτια. Μία σκάλα έχει ρίχτια και πατήματα

ρύση: απόκλιση από το οριζόντιο, προκειμένου (συνήθως) να απορέουν ευχερώς τα όμβρια νερά (ή άλλα). Συνήθως για επιφάνειες.

ρυμοτομική γραμμή: η γραμμή εκείνη που χωρίζει το οικόπεδό μας από τον δρόμο. Το πεζοδρόμιο περιλαμβάνεται στο δρόμο. Όταν δηλ. αναφέρεται στο τοπογραφικό μας ότι έχουμε δρόμο πλάτους 8μ, στα 8 αυτά μέτρα περιλαμβάνονται και τα πεζοδρόμια.

Σ

σάντουιτς πλάκα: είδος πλάκας από οπλισμένο σκυρόδεμα, χωρίς δοκάρια. Η πλάκα αυτού του τύπου έχει πάχος 25εκ. τουλάχιστον και δύο στρώσεις μπετόν (μία πάνω και μία κάτω) που ανάμεσά τους έχουν ένα κομμάτι φελιζόλ (συνήθως 50Χ50εκ με πάχος λ.χ. 10εκ). Ο οπλισμός μιας πλάκας σάντουιτς γίνεται με διαδοκίδωση ανάμεσα στα κομμάτια φελιζόλ και προς τις δύο κατευθύνσης (μήκος και πλάτος) μιας πλάκας σάντουιτς. Το πλεονέκτημα της πλάκας αυτής είναι ότι αποφεύγουμε τις κρεμάσεις των δοκαριών. Το μειονέκτημά της είναι στοιχίζει περισσότερο καθώς απαιτείται περισσότερο μπετόν και περισσότερος οπλισμός. Αν εξαιρέσουμε τις κρεμάσεις, μία πλάκα σάντουιτς έχει επίσης το μειονέκτημα ότι μειώνει το διαθέσιμο ύψος κατά 10-15εκ.

σενάζ: λεπτό δοκάρι από οπλισμένο σκυρόδεμα, χυτευμένο πάνω σε τοιχίο από τούβλα. Σε έναν τοίχο από τούβλα το πρώτο σενάζ πέφτει στο 1,20μ από το δάπεδο και το επόμενο μετά από άλλο τόσο. Όταν το σενάζ τοποθετείται πάνω από ένα κούφωμα λέγεται πρέκι. Προέρχεται από τη γαλλική λέξη chainage που σημαίνει αλυσίδα ή κατασκευή σαν αλυσίδα.

σεντόνι: τρόπος επιμέτρησης εργασιών (συνήθως τοιχοποιίας, σοβατίσματος), όπου τα μικρά ανοίγματα λ.χ. παράθυρα κάτω του 1μ πλάτους, δεν αφαιρούνται καθόλου απο την επιμέτρηση. Συνεπώς ο χτίστης ή ο σοβατζής πληρώνεται σαν να τα είχε χτίσει και αυτά. Ο λόγος που γίνεται αυτό είναι ότι ο χρόνος που χρειάζεται για να χτίσει (ή να σοβατίσει) ο μάστορας ένα άνοιγμα, είναι περισσότερος από τον χρόνο που θα χρειαζόταν αν το άνοιγμα δεν υπήρχε.

σιδέρωμα: η κοπή, διαμόρφωση και τοποθέτηση του οικοδομικού χάλυβα μέσα στα καλούπια. Η επόμενη δουλειά είναι το κλείσιμο του καλουπιού (εκτός από πλάκες και δοκούς, που δεν χρειάζονται κλείσιμο) και η χύτευση του μπετόν.

σκαλομέρι: το σοβατεπί σε μία σκάλα επενδεδυμένη με μάρμαρο.

σκύρο: αδρανές υλικο με διάσταση 30-60 χιλιοστά περίπου.
σκυρόδεμα: το μείγμα νερού, αδρανών υλικών (άμμος, χαλίκια) και τσιμέντου.

σοβατεπί: στενή λωρίδα (πλάτους 5-10εκ.) στο κάτω μέρος ενός τοίχου από το ίδιο υλικό που είναι το δάπεδο. Για παράδειγμα, στα ξύλινα δάπεδα είναι από ξύλο, στα δάπεδα από πλακάκι είναι από πλακάκι, στα δάπεδα από μάρμαρο είναι κι αυτό από μάρμαρο. Το σοβατεπί τοποθετείται με σκοπό την αρμοκάλυψη (δηλ. για παράδειγμα το ξύλινο δάπεδο ή τα πλακάκια στο δάπεδο δεν τα κολάμε στον τοίχο. αφήνουμε 5-10 χλσ. κενό, και καλύπτουμε το κενό με το σοβατεπί).

σπατουλαριστό: στο βάψιμο (εσωτερικών συνήθως επιφανειών), όπου προηγείται στρώσιμο ειδικού στόκου (παρετίνα) πριν από το χρώμα. Το στρώσιμο της παρετίνας γίνεται με μεγάλες σπάτουλες. Η στοκαρισμένη επιφάνεια ακολούθως τρίβεται για να πετύχουμε το είδος της λείας επιφάνειας που θεωρείται απαραίτητο για εσωτερικές τοιχοποιίες. Στις εξωτερικές επιφάνειες των τοίχων σπάνια γίνεται σπατουλάρισμα.

σπάω χαρμάνι: ετοιμάζω ένα χαρμάνι κάνοντας την ανάμειξη με το χέρι κι όχι με μπετονιέρα.

σποτ: το πλαστικό “ποτηράκι” που τοποθετείται μέσα στο καλούπι πριν την χύτευση του μπετόν. Μέσα σ’ αυτά θα τοποθετηθούν αργότερα τα ομώνυμα φωτιστικά σώματα.

σταμπωτό: είδος τελικής επιφάνειας όπου με τη χρησιμοποίηση ειδικής φόρμας, δίνεται η εικόνα του φτιαγμένου από πέτρες, τούβλα, χτισμένου κλπ. Χρησιμοποιείται συνήθως για εξωτερικά δάπεδα, εξωτερικούς διαδρόμους, πεζοδρόμια ή άλλες επιφάνειες

σταυρουδάκια: πλαστκοί αποστάτες σε σχήμα σταυρού που (τοποθετούμενοι στις τέσσερις γωνίες ενός πλακιδίου ή ενός υαλότουβλου) εξασφαλίζουν την σωστή αρμολόγηση του πλακιδίου ή του υαλότουβλου, δηλ. σταθερό πάχος αρμού.

στεγανωτικό μάζης: ειδικό πρόσθετο που χρησιμοποιείται για να αυξήσει την αντίσταση κατά στην υγρασία του σκυροδέματος ή της λάσπης του σοβά ή της τσιμεντοκονίας στα δάπεδα. Στην περίπτωση που χρησιμοποιηθεί σε σκυρόδεμα στα τοιχία ενός υπογείου ή στην τελευταία πλάκα, βεβαιωθείτε ότι δεν μειώνει τις αντοχές του σκυροδέματος. Εάν υποψιάζεστε ότι συμβαίνει κάτι τέτοιο, παραγγείλετε μπετόν μιάς βαθμίδας παραπάνω. Δεν μπορεί να αντικαταστήσει την υγρομόνωση, η οποία έτσι κι αλλιώς θα πρέπει να γίνει για να πετύχουμε ικανό ποσοστό προστασίας.

στρέμμα: επιφάνεια γης εμβαδού 1.000 τετραγωνικών μέτρων

συνδετήρες: όταν μιλάμε για οπλισμό σκυροδέματος, λέγονται
και έτσι τα τσέρκια

σφήνα: κομμάτι λαμαρίνας σε τριγωνικό σχήμα που χρησιμοποιείται για να σφίγγονται τα κλειδιά των καλουπατζήδων στις κολώνες πριν το καλούπωμα.

σφήνωμα: η τελευταία σειρά από τούβλα σε ένα τοίχο, τα οποία τοποθετούνται λοξά κι όχι οριζόντια. Το σφήνωμα είναι απολύτως απαραίτητο σε μία τοιχοποιία και χωρίς αυτό ο τοίχος θα είχε πολύ χαλαρή ή και καθόλου σύνδεση με το δοκάρι (ή με την πλάκα) στο πάνω του μέρος.

σφυρί: εκτός από το εργαλείο που χρησιμοποιούμε για να καρφώνουμε πρόκες, είναι και μηχάνημα χωματουργικών εργασιών. Είναι ουσιαστικά μία τσάπα που αντί για κουβά στην άκρη του βραχίωνα έχει ένα βελόνι που χρησιμοποιείται για κατεδαφίσεις, σπάσιμο μπετόν ή πέτρας.

συντελεστής δόμησης: (συντομ.: σ.δ.) ο αριθμός εκείνος που όταν πολλαπλασιαστεί με το εμβαδόν του οικοπέδου (στο οποίο και αναφέρεται), μας δίνει τη μέγιστη μεικτή επιφάνεια των δαπέδων της ανωδομής (σε όλα τα δυνατά επίπεδα) που επιτρέπεται να οικοδομηθούν. Παράδειγμα: οικόπεδο επιφάνειας 500μ2 που επιτρέπει έως 2 ορόφους, έχει σ.δ.=0,5 (ή 50%). Μπορούμε να κάνουμε 2 επίπεδα (ισόγειο και όροφο) των 125μ2 έκαστο. Συνολικά δηλ. 250μ2 (500 Χ 0,5).

συντελεστής κάλυψης: (συντομ.: σ.κ.) ο αριθμός εκείνος που όταν πολλαπλασιαστεί με το εμβαδόν του οικοπέδου (στο οποίο και αναφέρεται), μας δίνει τη μέγιστη επιφάνεια της προβολής του περιγράμματος της ανωδομής πάνω στο οικόπεδο. Παράδειγμα: οικόπεδο επιφάνειας 500μ2, έχει σ.κ.=0,25 (ή 25%). Μπορούμε να κάνουμε μία οικοδομή που το εμβαδόν του περιγράμματός της δεν ξεπερνάει τα 125μ2, δηλ. 500 Χ 0,25.

Τ

τάβλα: κομμάτι ξύλου ορθογωνικής διατομής συνήθως 10,5 ή 12,5 Χ 2,5εκ. Έχουν μήκος συνήθως πάνω από 1,80μ. Οι τάβλες χρησιμοποιούνται και για πέτσωμα (δηλ. πάνω τους θα ακουμπήσει το μπετόν που θα χυτευθεί). Κατά τη διάρκεια της χρήσιμης ζωής της η τάβλα μπορεί να κοπεί αρκετές φορές και από αρχικά θα γίνει πέτσωμα (βλ.) και ακολούθως χλάπα(βλ.).

τακάκι: ανεπιθύμητο κομμάτι από ξύλο που χρησιμοποιείται από τους καλουπατζήδες για να εξασφαλίζει ότι οι δύο πλευρές του καλουπιού ενός τοίχου (ή μιάς κολώνας) δεν θα συγκλίνουν όταν σφυχτούν οι πεταλούδες.

ταμπάνι: η κάτω πλευρά (το δάπεδο, η οριζόντια επιφάνεια) ενός σκάμματος.

ταρατσόπλακες: πλάκες από μπετόν τετράγωνες όπως οι πλάκες πεζοδρομίου αλλά με μικρότερο πάχος για κάλυψη δωμάτων. Θα τις βρείτε και σε μονωμένη έκδοση με επικάλυψη πολυστερίνης ώστε να προσφέρουν θερμομόνωση. Δεν παρέχουν καμία στεγάνωση (η οποία θα πρέπει να έχει προηγηθεί).

τζαμιλίκι: τα τζάμια σε ένα παράθυρο ή μία μπαλκονόπορτα.

τουβλίνα: τούβλο από το ίδιο υλικό όπως και τα κοινά τούβλα, με μεγαλύτερες όμως διαστάσεις και ορθογωνικής διατομής τρύπες. Παράγεται σε περισσότερα από ένα μεγέθη. Δύο αρκετά συνηθισμένοι τύποι είναι: α. 15εκ (π), 24 (μ) και 30 (υ) και β. 15 (π), 32 (μ) και 25 (υ). Θα χρειαστείτε περίπου 15 κομμάτια στο μ2. Θα τις βρείτε και σε πιο πλούσια έκδοση όπου οι τρύπες είναι γεμάτες με πολυστερίνη (βλ.) για καλύτερη μόνωση.

τούβλο: βασικό δομικό στοιχείο, που συνήθως χρησιμοποιείται για τοιχοποιίες. Στην πιο κοινή του μορφή (οπτόπλινθος) παράγεται με τρύπες που διατρέχουν το μήκος του, σε δύο διαστάσεις: 6-οπα (μονά) και 12-οπα (διπλά) τούβλα. Όλα έχουν μήκος 19εκ. ενώ η διατομή τους είναι 8,5Χ11 και 8,5Χ6εκ. για τα διπλά και τα μονά αντίστοιχα. Τα διπλά τούβλα ζυγίζουν περίπου 1 κιλό.
τραπεζοειδής λαμαρίνα (ή χαλυβδόφυλο): υπάρχει σε πάχη από 0,75 ή 1,00 ή 1,25 χιλιοστά. Χάρις το σχήμα (η διατομή της είναι μία κυματιστή γραμμή) της χρησιμοποιείται αντί για πέτσωμα για τη σκυροδέτηση πλακών από οπλισμένο σκυρόδεμα. Παράγεται σε διάφορα μήκη ενώ το πλάτος της είναι συνθως 75εκ.. Θα σας την κόψουνε στο μήκος που χρειάζεστε έως και 12μ. (Το απαιτούμενο μήκος θα εξαρτηθεί από τις αποστάσεις των δοκών). Το πάχους του μπετόν που προδιαγράφει η στατική μελέτη έχει να κάνει με το ελάχιστο πάχος και όχι με το μέγιστο.

τρυπόξυλο: ένα ξύλο, συνήθως λατάκι, που τοποθετείται στο εσωτερικό του καλουπιού προκειμένου να υπάρχει σημείο στήριξης του καλουπιού που θα ακολουθήσει. Πολύ συχνά στο φρεάτιο ενός ασανσέρ. Για να μπορεί να βγεί ένα τρυπόξυλο κατά το ξεκαλούπωμα, θα πρέπει να έχει τυλιχτεί με φελιζόλ πριν την σκυροδέτηση. Ακόμα και έτσι το τρυπόξυλο αφήνει μία ανεπιθύμητη τρύπα στο μπετόν. Αν δεν τυλιχτεί με φελιζόλ πριν την σκυροδέτηση, σφηνώνει μέσα στο μπετόν όπου παραμένει για πάντα.

τσάπα: μηχάνημα χωματουργικών εργασιών που συνήθως χρησιμοποιείται για την εκσκαφή,

τσέρκι: το κομμάτι του οπλισμού μιας κολώνας ή ενός δοκαριού που τυλίγει τα κυρίως σίδερα (αυτά που τρέχουν κατά μήκος της κολώνας ή του δοκαριού).

τσιμέντο: λεπτόκοκκη γκρίζα σκόνη (υπάρχει και σε άσπρο χρώμα) που αποτελεί το βασικό συστατικό του σκυροδέματος. Να μην συγχέεται με το μπετόν που είναι στην πραγματικότητα η γαλλική λέξη για το σκυρόδεμα και που έχει επικρατήσει διεθνώς.

τσιμεντοκονία: από τσιμέντο, άμμο και νερό. χρησιμοποιείται για γεμίσματα επιφανειών ώστε να έχουμε μία αρκετά οριζόντια και επίπεδη τελική επίφάνεια πριν από τη διάστρωση με πλακάκια ή πλωτό ξύλινο δάπεδο.

τσιμεντόλιθος: δομικό στοιχείο από μπετόν. Συνήθως έχουν δύο κοιλότητες και εξωτερικές διαστάσεις 30 Χ 15 Χ 18 εκ. (Μ Χ Π Χ Υ). Το πλεονέκτημά τους είναι το χαμηλό κόστος, ενώ στην πλευρά των μειονεκτημάτων βρίσκονται οι ανεπαρκείς θερμομονωτικές του ιδιότητες και το μεγάλο βάρος. Χρησιμοποιούνται μόνο για κατασκευή μικρών αποθηκών ή και μαντρότοιχων. Ανάλογα με το μέγεθός τους μπορεί να έχουν διαφορετικά βάρη, αλλά συνήθως, περίπου 10 κιλά.

τσέρκι: χάλυβας που χρησιμοποιείται για τον οπλισμό του σκυροδέματος σε κολώνες και δοκάρια. Συνήθως μ’ αυτό τυλίγουμε τα κολωνοσίδερα της κολώνας ή της δοκού για μεγαλύτερη αντίσταση στο σεισμό.

Υ

υαλόπλεγμα: πλαστικό πλέγμα πυκνής πλέξης που τοποθετείται στα επιχρίσματα (σοβάδες) όπου αλλάζει το υλικό, ώστε να μην έχουμε ρηγματώσεις.

ytong: δομικό στοιχείο από πορομπετόν. Είναι ελαφρύτερο από το συνηθισμένο τούβλο με ικανή θλιπτική αντοχή και καλές θερμομονωτικές ιδιότητες. Παράγεται σε διαστάσεις 60 Χ 25 εκ. (μήκος Χ ύψος) και σε πάχη από 5 έως 30εκ. (ανά 5εκ.). Ζυγίζει περίπου 600 κιλά / μ³. Αποβάλλει δύσκολα την υγρασία που θα απορροφήσει. Το είδος του υλικού αυτού έχει γενικά συντελεστή θερμοαγωγιμότητας περίπου λ= 0,11 k(W/mK).

Φ

φατούρα: τρόπος ανάθεσης υπεργολαβίας, όπου ο υπεργολάβος πληρώνεται μόνο για την εργασία, ενώ τα υλικά παραγγέλνονται και πληρώνονται απ’αυθείας από τον εργοδότη (συνήθως τον ιδιοκτήτη της οικοδομής). Το αντίθετο (όταν δηλ. ο υπεργολάβος αναλαμβάνει να παραγγείλει και να πληρώσει αυτός και τα υλικά) ονομάζεται “με τα υλικά” ή “εργολαβία” ή “κατ’ αποκοπή”. Προέρχεται από την ιταλική λέξη fattura που σημαίνει τιμολόγιο.

φορούσι: δοκάρι που στην μία του άκρη δεν στηρίζεται πάνω σε κολώνα.

φορτωτής: μηχάνημα χωματουργικών εργασιών που συνήθως χρησιμοποιείται για την φόρτωση σε φορτηγό χωμάτων και μπαζών.

φουρκέτες: κομμάτι από λείο σίδερο (κυλινδρικό), μήκους περίπου 1 – 1,2μ που χρησιμοποιείται από τους καλουπατζήδες (σε συνδυασμό με τακάκια και πεταλούδες) για το σφύξιμο τοιχίων ή κολωνών ώστε να μην ανοίξουν κάτω από την πίεση του ρευστού σκυροδέματος.

Χ

χαλίκι: αδρανές υλικό με διάσταση 15-30 χιλιοστά περίπου.
χαλυβδόφυλλο: η λαμαρίνα, δηλ. φύλλο από χάλυβα μεγάλης επιφάνειας και μικρού πάχους
χαρμάνι: το μείγμα γενικά, συνήθως το μείγμα κονιάματος ή
σκυροδέματος.

χλάπα: απομεινάρι ή μικρό κομμάτι τάβλας με μήκος κάτω του ενός μέτρου

Ψ

ψαροκόκκαλο: τύπος αντιολισθητικής επιφάνειας που κατασκευάζεται με την χρήση τσιμέντου και χαλαζία ώστε να έχει την απαραίτητη σκλήρηνση για χρήση (συνήθως) από αυτοκίνητα. Μπορεί να χρησιμοποιηθεί και για πεζοδρόμια και αλλού.