Α

Αδρανή υλικά: τα λίθινα, φυσικά ή βιομηχανικά υλικά που χρησιμοποιούνται στα τεχνικά έργα είτε με άλλο συγκολλητικό υλικό ή αυτούσια.

Ανάλογα με την προέλευση τους χωρίζονται σε φυσικά, συλλεκτικά, τεχνητά ή ανακυκλωμένα. Αδρανή ονομάστηκαν γιατί όταν αναμειχθούν με τσιμέντο ή άλλο υλικό δεν συμμετέχουν ενεργά στην τήξη του κονιάματος. Ανάλογα με το μέγεθος των κόκκων κατατάσσονται σε διάφορες κατηγορίες, για τον καθορισμό του μεγέθους χρησιμοποιούνται μεγάλα κόσκινα. Για την παρασκευή μπετόν τα αδρανή υλικά περνούν από ελέγχους της χημικής τους σύστασης πριν χρησιμοποιηθούν.

αλέ-ρετούρ: διακόπτης που ελέγχει το ίδιο κύκλωμα (συνήθως φωτισμού) με τουλάχιστον άλλον έναν ίδιου τύπου δικόπτη, ώστε να ανοίγει το κύκλωμα ο ένας και ακολούθως να το κλείνει ο άλλος. Για παράδειγμα σε υπνοδωμάτιο όπου στην είσοδο θέλουμε να ανοίξουμε τα φώτα κι ύστερα όταν ξαπλώσουμε στο κρεβάτι μας να μπορούμε να τα κλείσουμε απ’ εκεί χωρίς να χρειαστεί να σηκωθούμε. Από τα γαλλικά (allez-retour = πήγαιν’-έλα).

alfablok: βλ. YTONG

αλφάδι: εργαλείο εύρεσης της οριζοντίου, της κατακορύφου ή και γωνίας 45 μοιρών σε σχέση με οποιαδήποτε από τις προηγούμενες δύο, με τη χρήση φυσαλίδων σε λάδι.

αλφαδιά: οριζόντια γραμμή ή επίπεδο σε σχέση με κάποιο ύψος αναφοράς. Π.χ. τα ξύλινα δάπεδα μέσα σε ένα χώρο, πρέπει να είναι αλφαδιά, διαφορετικά το δάπεδο θα έχει κλίση.

αναμονή οπλισμού σκυροδέματος: κομμάτι από κολωνοσίδερο (μπετόβεργα) που εξέχει από το μπετόν της προηγούμενης σκυροδέτησης με σκοπό να οπλίσει το μπετόν της επόμενης (ή και μεθεπόμενης) σκυροδέτησης ώστε να τις συνδέσει αποτελεσματικά. Στις κολώνες πρέπει να είναι 70φ (δηλ. 70 φορές το διαμέτρημα του κολωνοσίδερου) ή περίπου 1,50μ.

ανεστραμμένη δοκός: δοκός που δεν έχει κρέμαση, αλλά εξέχει πάνω από την πλάκα την οποία ενισχύει. Για παράδειγμα η δοκός έχει ύψος 60εκ. και τα 42εκ. εξέχουν πάνω από την πλάκα 18εκ. την οποία ενισχύει.

αντικειμενική αξία ακινήτου: μέγεθος που καθορίζεται από την πολιτεία για φορολογικούς λόγους. Είναι συνήθως πολύ μικρότερη απο την πραγματική αξία.

αντισεισμικός αρμός: κενό (συνήθως γεμίζουμε με φελιζόλ) ανάμεσα σε δύο διαφορετικές κατασκευές. Χρειαζόμαστε αυτό τον αρμό γιατί η κάθε κατασκευή στον σεισμό θα έχει ταλάντωση διαφορετικής συχνότητας.

αντισεισμικός θώρακας: είδος τσερκιού που χρησιμοποιείται αντί για το κοινό τσέρκι σε κολώνες και δοκάρια. Αντί για ένα τσέρκι κάθε 10εκ., ο θώρακας αποτελείται από ένα μονοκόμματο σίδερο διπλωμένο σαν σπειράλ. Αυτό το μονοκόμματο σίδερο τυλίγει τα κολωνοσίδερα της κολώνας ή του δοκαριού. Είναι λίγο ακριβότερο αλλά ο παραγωγός του υποστηρίζει ότι γλυτώνεις κιλά. Ο παραγωγός του ύποστηρίζει, ακόμα, ότι έχει καλύτερη συμπεριφορά στο σεισμό απ’ ότι το κοινό τσέρκι.

αντλία μπετόν ή σοβά: βλ. πρέσα.

αποστάτης: πλαστικό στοιχείο που χρησιμοποιείται για τη εξασφάλιση απόστασης ανάμεσα στο καλούπι του μπετόν και τον οπλισμό. Μ’αυτό τον τρόπο σιγουρεύουμε ότι ο οπλισμός δεν φαίνεται μετά το ξεκαλούπωμα, άρα δεν θα κινδυνεύει να διαβρωθεί όταν σοβατιστεί η επιφάνεια ή και από την υγρασία της ατμόσφαιρας (για εμφανείς επιφάνειες).

αποστραγγιστική μεμβράνη: βλ. αυγουλιέρα

αρμός διαστολής: (για σκελετό από σκυρόδεμα) κενό που συνήθως γεμίζουμε με φελιζόλ ανάμεσα σε τμήματα από μπετόν αρμέ της ίδιας κατασκευής λόγω μεγέθους. Όταν ένα τοιχίο ή μία πλάκα έχει μέγεθος περισσότερο από 30μ, αφήνουμε ένα τέτοιο κενό (μερικά εκατοστά) για να απορροφόνται οι συστολές/διαστολές.

ασβέστης: άσπρος πολτός που χρησιμοποιείται σαν συγκολλητικό υλικό στο σοβάτισμα. Διαβρώνει το χάλυβα και γι’ αυτό στις μεταλλικές κατασκευές θα πρέπει να αντικαθίσταται με άλλο συγκολλητικό υλικό.

αστάρι: για βάψιμο η πρώτη στρώση. Από διαφορετικό υλικό απ’ ότι η δεύτερη στρώση, που σκοπό έχει να γεμίσει τους πόρους του τοίχου ή του τοίχου που θα βαφτεί, ώστε να βελτιωθεί η καλυπτικότητα του υλικού βαφής. Για σκυροδέτηση μιάς πλάκας, το αστάρωμα είναι η πρώτη στρώση από μπετόν που συνήθως σκεπάζει μεγάλο μέρος του οπλισμού. Σημειώνουμε ότι το αστάρωμα των πλακών δεν επιτρέπεται, ειδικά όταν οι θερμοκρασίες είναι υψηλές, λόγω του κινδύνου να χωρίσουν οι δύο στρώσεις του σκυροδέματος.

ασφαλτόπανο: μονωτικό υλικό που χρησιμοποιείται για υγρομονώσεις σε σκεπές και δώματα. Υπάρχει σε διάφορα πάχηκαι ποιότητες, με ή χωρίς ψηφίδα.

ατσαλόπροκα: πρόκα από σκληρυμένο χάλυβα (=ατσάλι). Είναι η μόνη που μπορεί να εισχωρήσει σε μπετόν. Ακόμα κι αυτή αρκετά δύσκολα. Οι κοινές πρόκες στραβώνουν.

αυγουλιέρα: σκοπό έχει την αποστράγγιση των νερών που θα έρθουν σε επαφή με τα μπαζωμένα τοιχία του υπογείου.Δεν είναι στεγανωτική. Πρέπει πάντα να τοποθετείται με τα “βυζάκια” προς το μπετόν.

αφρομπετόν: χωρίς να είναι ακριβώς το ίδιο, μοιάζει με το ελαφρομπετόν.

Β

βαρέλα: το φορτηγό εκείνο που μεταφέρει μπετόν από το εργοστάσιο παραγωγής ετοίμου σκυροδέματος στο εργοτάξιο ή στην οικοδομή όπου θα χυτευθεί. Λέγεται και μπετονιέρα.

βίδα: σε όρους καλουπατζήδων είναι ένα στοιχείο ικριώματος (σκαλωσιάς).

beton: βλ. σκυρόδεμα

big bag: σάκκος από πλαστικές ίνες για μεταφορά -συνήθως- αδρανών υλικών ή ασβέστη. Περιέχει λίγο +λιγότερο από 1μ3.

bobcat: μηχάνημα χωματουργικών εργασιών, μικρός φορτωτής

Γ

γαρμπίλι: αδρανές υλικό με διάσταση 8-15 χιλιοστά περίπου.

γαρμπιλομπετόν: μπετόν όπως το κανονικό σκυρόδεμα αλλά χωρίς χαλίκι ή σκύρα. Παράγεται (όπως και το κανονικό σκυρόδεμα) σε διαβαθμίσεις αντοχής (λ.χ. c16-20, c20-25, κλπ), αλλά καθώς δεν περιέχει μεγάλα αδρανή, είναι καταλληλότερο για πυκνά οπλισμένα στοιχεία σκυροδέματος αλλά και για στοιχεία μικρότερων διατομών όπου το κανονικό σκυρόδεμα θα είχε δυσκολία να διεισδύσει και θα υπήρχε ο κίνδυνος (αστοχιών).

γερανός: τριών ειδών γερανοί χρησιμοποιούνται στην οικοδομή:
1) ο οικοδομικός γερανός,
2) ο τηλεσκοπικός γερανός
3) ο παπαγάλος
Ο οικοδομικός γερανός είναι ο μεγαλύτερος απ’ όλους και έχει μήκος που αρχίζει από τα 30μ. Τοποθετείται στο εργοτάξιο για όλη τη διάρκεια του έργου.
Ο τηλεσκοπικός γερανός είναι ένας αυτοκινούμενος γερανός και έχει μεγαλύτερες δυνατότητες από τον παπαγάλο αλλά πολύ μικρότερες από τον οικοδομικό γερανό.
Ο τηλεσκοπικός γερανός είναι κατάλληλος για εργασίες που διαρκούν έως και λίγες μέρες.

γεωύφασμα: ειδικό ύφασμα που συγκρατεί το χώμα και τις πέτρες αλλά επιτρέπει στο νερό να περάσει.

container: κάδος αποκομιδής μπαζών / σκουπιδιών που θα πρέπει να πεταχτούν στην χωματερή.

Δ

δαχτυλίδι: το προκατασκευασμένο (από μπετόν) στοιχείο σε σχήμα κυλίνδρου -συνήθως 1μ. ύψος- διαφόρων διαμέτρων που χρησιμοποιείτε για την κατασκευή βόθρου. Συνηθισμένη επιλογή για μία κατοικία 3 ή 4 καθ’ ύψος, με διάμετρο 3μ.

διογκωμένη πολυστερίνη: βλ. πολυστερίνη

δοκός: ή δοκάρι, στατικό -συνήθως- στοιχείο μιας κατασκευής σε οριζόντια τοποθέτηση. Σε συνδυασμό με κολώνες και πλάκες, σχηματίζουν τον σκελετό της κατασκευής.

δοκίμιο: (συνηθέστερα) δείγμα από ρευστό σκυρόδεμα για εργαστηριακό έλεγχο της αντοχής του στη θλίψη. Συχνά αποκαλούμε έτσι και το καλούπι όπου τοποθετείται το δείγμα. Το δοκίμιο αφήνεται στην οικοδομή (κατά προτίμηση σε σκιερό μέρος) για μία ημέρα, προκειμένου να σφίξει και ακολούθως μεταφέρεται σε εργαστήριο όπου θα συντηθηθεί σε ειδικούς θαλάμους για ένα χρονικό διάστημα έως και 28 ημέρες. Μετά τη συντήρησή του αυτή θα υποβληθεί σε τεστ αντοχής (θραύση με θλίψη) για να διαπιστωθεί η ύπαρξη ή όχι των προβλεπόμενων αντοχών. Τα δοκίμια αυτού του τύπου έχουν κυβικό σχήμα με διαστάσεις 15 Χ 15 Χ 15εκ..

δομικός χάλυβας: στοιχεία από χάλυβα διατομής Π, Η, τετραγωνικής ή κυκλικής με τα οποία μπορούμε να φτιάξουμε τον σκελετό (φέρων οργανισμός) μιάς κατασκευής.

δονητής: ειδικό εργαλείο που χρησιμοποιείται για τη συμπύκνωση του χυτευόμενου σκυροδέματος. Αποτελείται από μία μηχανή εσωτερικής καύσεως κι ένα μαρκούτσι.
Η μηχανή μπορεί να κινεί μία γεννήτρια. Σ’ αυτή την περίπτωση το μαρκούτσι θα είναι ηλεκτρικό.
Το μαρκούτσι δονείται ώστε ερχόμενο σε επαφή με το σκυρόδεμα το κάνει να καταλαμβάνει τα οποιαδήποτε κενά μέσα στο καλούπι με τρόπο που τελικά το σκυρόδεμα συμπυκνώνεται.
Μπορεί ένας δονητής να είναι αποκλειστικά ηλεκτρικός (χωρίς δηλ. καμία μηχανή εσωτερικής καύσεως) αλλά σ’ αυτή την περίπτωση απαιτείται η συνεχής ηλεκτρική τροφοδοσία του, δηλ. σύνδεση με παροχή ρεύματος (συχνά σε νεοανεγειρόμενες οικοδομές δεν υπάρχει ακόμα παροχή ρεύματος).
Η σημασία της σωστής δόνησης είναι πολύ μεγάλη κατά την χύτευση του μπετόν, ενώ για λόγους ασφαλείας πρέπει κατά τη διάρκεια μιας σκυροδέτησης να υπάρχει και αναπληρωματικός δονητής.

DOW: όνομα αμερικανικής βιομηχανίας χημικών που πρώτη εφηύρε τη μονωτική χρήση της εξηλασμένης πολυστερίνης και παρήγαγε πλάκες τέτοιου είδους. Γι΄ αυτό τα υλικά αυτά -έχει καθιερωθεί να- ονομάζονται με το όνομά της (ενώ συχνά παράγονται από άλλους παραγωγούς).

drainage: σύστημα αποστράγγισης. Συχνά εξωτερικά των περιμετρικών τοιχίων των υπόγειων. Σε υπόγεια όπου υπάρχει η υποψία ότι θα έχουμε πρόβλημα με νερά, ένα τέτοιο σύστημα θα μπορούσε να προσφέρει προστασία. Περιλαμβάνει την τοποθέτηση κροκάλας ή σκύρων γύρω από μία διάτρητη πλαστική σωλήνα απορροής, τυλιγμένης με γεωύφασμα.

δράπανο: ηλεκτρικό εργαλείο σε σχήμα πιστολιού. Παίρνει διάφορα εξαρτήματα στο μπροστινό του μέρος ώστε να μπορεί να τρυπήσει, τρίψει ή κόψει επιφάνειες. Συχνά το λέμε και τρυπάνι αλλά το σωστό είναι να λέμε τρυπάνια τα εξαρτήματα που δέχεται για να ανοίγει τρύπες.


δρομική: τρόπος κατασκευής τοιχοποιίας όπου τα τούβλα (ή άλλα στοιχεία) τοποθετούνται στη σειρά. Σε κάθε επόμενη σειρά το τούβλο αρχίζει στη μέση του τούβλου της αποκάτω σειράς. Μ’αυτό τον τρόπο τα τούβλα πλέκουν μεταξύ τους και η τοιχοποιία έχει μεγαλύτερη αντοχή.

δρόμος: το κομμάτι της γης ανάμεσα σε ρυμοτομικές γραμμές που έχει προβλεφθεί για κοινόχρηστη χρήση. Στο πλάτος του δρόμου περιλαμβάνονται και τα πεζοδρόμια (δηλ. αν το πλάτος του δρόμου στο τοπογραφικό είναι 8μ και τα πεζοδρόμια που προβλέπονται είναι 1μ στην κάθε πλευρά, το καθαρό πλάτος που απομένει για διέλευση αυτοκινήτων είναι 6μ).
δώμα: η ταράτσα

Ε

ΕΚΚΟ: (Ε.Κ.Κ.Ο. = ελάχιστο κόστος κατασκευής οικοδομής).
εκτάριο: επιφάνεια γης εμβαδού 10.000 τετραγωνικών μέτρων ή 10 στρεμμάτων.

ελαφρομπετόν:μείγμα από τσιμέντο, νερό και άλλα υλικά, χωρίς μεγάλα αδρανή, που χάρις στα κενά αέρα που εμπεριέχει έχει μικρότερο βάρος από το κανονικό μπετόν. Έχει θερμομονωτικές ιδιότητες και χρησιμοποιείται για γεμίσματα, αντί για την κοινή τσιμεντοκονία επειδή έχει μικρότερο βάρος (1.700 κιλά/μ3).

ελικοπτεράκι: εργαλείο που χρησιμοποιείται για την λείανση ενός βιομηχανικού δαπέδου.

εξηλασμένη πολυστερίνη: βλ. πολυστέρίνη.

εξώστης: το μπαλκόνι

επισκευαστικό κονίαμα: ο όρος αναφέρεται σε μία πολύ μεγάλη ποικιλία υλικών για επισκευές αστοχιών σκυροδέματος ή πακτώσεις αγγυρίων καθώς και πολλά άλλα. Σε ότι αφορά την επισκευή σκυροδέματος (που είναι πιθανώς η συχνότερη χρήση του): είναι υλικό κατασκευασμένο από τσιμέντο ειδικής σύστασης που δεν συρρικνόνεται και συνήθως είναι ινοοπλισμένο. Είναι διαφορετικό αν πρόκειται για επισκευή πάχους έως 40χλσ (οπότε η εφαρμογή γίνεται με μυστρί) και διαφορετικό αν πρόκειται για μεγαλύτερα πάχη, οπότε απαιτείται συνήθως καλούπωμα και χύτευση.

επίχρισμα: οποιαδήποτε λεπτή στρώση από ένα υλικό. Στην οικοδομή συνήθως: ο σοβάς.

ερμάριο ΔΕΗ: κολώνα όπου τοποθετείται ο μετρητής της ΔΕΗ και όπου συνδέεται η κεντρική παροχή του ρεύματος από το δίκτυο της ΔΕΗ προς την οικοδομή μας. Συχνά στο ίδιο ερμάριο έρχεται και η τηλεφωνική σύνδεση. Για να γίνουν αυτές οι συνδέσεις χρειάζονται οι αντίστοιχες γαλβανισμένες σωλήνες 6μ (τοποθετούνται στο καλούπι πριν από τη χύτευση). Σε κάποιες περιπτώσεις τα τηλεφωνικά καλώδια έρχονται υπόγεια οπότε δεν χρειάζεται ο δεύτερος σωλήνας.

Ζ

ζύγι: εργαλείο για την εξεύρεση της κατακορύφου

ζώνη: (ή ενισχυμένη ζώνη) οριζόντια δοκός με ύψος όχι μεγαλύτερο από το πάχος της πλάκας την οποία ενισχύει. Για παράδειγμα, η διατομή της έχει πλάτος 100εκ. ενώ το ύψος της είναι 22εκ., όσο και το πάχος της πλάκας την οποία ενισχύει. Χρησιμοποιείται για να ενισχύσει πλάκες όπου οι κρεμάσεις των δοκών είναι ανεπιθύμητες.

Η

ημιυπαίθριος χώρος: για έναν ορθογωνικό χώρο, ένας στεγασμένος χώρος που έχει τρεις πλευρές κλειστές με τοίχους και την μία πλευρά του ανοιχτή.

Θ

θεμελιακή γείωση: τρόπος γείωσης που πλέον έχει γίνει υποχρεωτικός, όπου το καλώδιο της γείωσης εφαρμόζεται πάνω στον οπλισμό της θεμελίωσης πριν από τη χύτευση του μπετόν, ώστε να μείνει τελικά μόνιμα μέσα στο μπετό των θεμελίων της κατασκευής.

Ι

ικριώματα: οι σκαλωσιές και τα πλαίσια που χρησιμοποιούνται για την υποστήλωση πλακών και δοκών υπό σκυροδέτηση. Σ’αυτή την περίπτωση λέγονται και προσωρινά υποστυλώματα. Αφαιρούνται αφού το μπετόν έχει αποκτήσει τις απαιτούμενες αντοχές. Επίσης χρησιμοποιούνται εξωτερικά ενός κτιρίου που σοβατίζεται ή βάφεται, για να έχει πρόσβαση το προσωπικό που εκτελεί αυτές τις εργασίες.

jcb: όνομα μάρκας που συνήθως αναφέρεται σε μηχάνημα χωματουργικών εργασιών διπλής ρήσης. Μοιάζει με τρακτέρ αλλά στην μπροστινή του μεριά έχει φαρδύ κουβά και δουλεύει σαν φορτωτής, ενώ στην πίσω μεριά έχει βραχίωνα με τσάπα και δουλεύει σαν εκσκαπτικό.

Κ

k: συντελεστής θερμικής αγωγιμότητας.
κάδος: συνήθως το container (αποκομιδής μπαζών / σκουπιδιών)

καθαριότητας: το πτώτο σκυρόδεμα που ρίχνουμε πάνω στο χώμα ενός σκάμματος. Απαραίτητο για τρεις τουλάχιστον λόγους: α. ώστε να μην ακουμπήσουμε στην συνέχεια τα σίδερα πάνω στο χώμα, β. για να χαράξουμε σε σταθερό υλικό (με ατσαλόπροκες) τις κολώνες και τα τοιχία της οικοδομής και γ. στην περίπτωση που θα πέσει μια βροχή δεν θα γεμίσει το σκάμμα μας με λάσπες. Έτσι θα είναι ευκολότερο να δουλέψουν τα συνεργεία που θα ακολουθήσουν (καλουπατζήδες, σιδεράδες).

καμινάδα: εκτός από τον αγωγό εξόδου του καπνού ενός τζακιού ή ενός καυστήρα θέρμανσης είναι και: α. τα τσιμεντένια ή inox στοιχεία τετραγωνικής και κυκλικής (αντίστοιχα) διατομής με τα οποία χτίζεται μία καμινάδα.

καπέλο: το τελείωμα μιας καμινάδας

καρότο: δοκίμιο σε κυλινδρικό σχήμα που το παίρνουμε από την οικοδομή με ειδικό δράπανο (καροτιέρα) για έλεγχο αντοχής στην θλίψη στο εργαστήριο. Λέγεται και πυρηνοληψία. Το τεστ είναι καταστροφικό (σ’ αντίθεση με τα δοκίμια) και απαιτεί σημαντικές επισκευές. Υπάρχουν και μη καταστροφικά τεστ όπως η κρουσιμέτρηση, η έμπειξη και ακολούθως εξόλκευση ήλων και η υπερηχομέτρηση, που όμως παρέχουν μειωμένη εγκυρότητα.

καρούτα: χώρος για να τοποθετηθεί χύμα ασβέστης για σοβάτισμα. Συνήθως φτιάχνεται από μαδέρια ή τσιμεντόλιθους, ώστε να χωράει μέχρι και 8-9μ3. Ο μάστορας που θα κάνει τους σοβάδες θα το φτιάξει σε σημείο που θα τον βολεύει να στήσει την πρέσα του σοβατίσματος.

κλειδί: λάμα μεταλλική με τρύπες που χρησιμοποιείται από τους μπετατζήδες για να σφίγγουν και να ασφαλίζουν το καλούπι μιας κολώνας ώστε ν’αντέξει την υδροστατική πίεση του μπετόν. 4 τέτοιες λάμες δένονται η μία με την άλλη και ασφαλίζονται με τριγωνικές σφήνες. Σε μία κολώνα ύψους 2,6-2,7μ, τοποθετούνται 5 έως 6 τέτοιες τετράδες από κλειδιά.

kN: (kiloNewton) Μονάδα μέτρησης δύναμης. Δεν είναι πολύ επιστημονικό αλλά για πρακτικούς σκοπούς μπορούμε να πούμε ότι είναι περίπου 100 κιλά.

κολώνα: δομικό στοιχείο με στατικές -συνήθως- ιδιότητες. Τα βασικά στοιχεία του σκελετού μιας κατασκευής (εκτός της θεμελείωσης) είναι οι κολώνες (κατακόρυφα στοιχεία), τα δοκάρια (όπως οι κολώνες αλλά τοποθετούνται οριζόντια) και οι πλάκες (οριζόντια στοιχεία). Τα φορτία της κατασκευής μεταφέρονται από τις πλάκες στα δοκάρια, και από τα δοκάρια στις κολώνες κ.ο.κ..

κολώνα ΔΕΗ: βλ. ερμάριο ΔΕΗ.

κομιτατέρ: διακόπτης με 2 ή 3 κουμπιά που το καθένα απ’ αυτά ανοίγει μία διαφορετική ομάδα από φώτα στον ίδιο ή γειτονικούς χώρους. Από τη γαλλική λέξη commutateur. Θα μπορούσαμε στα ελληνικά να το λέμε “πολυδιακόπτης” αλλά δεν συνηθίζεται.

κονίαμα: μείγμα συνήθως από νερό, τσιμέντο, άμμο και πολύ συχνά ασβέστη (που δίνει στο μείγμα συγκολλητικές ιδιότητες). Συχνά το κονίαμα χρησιμοποιείται σαν συνδετικό υλικό στα τούβλα της τοιχοποιίας, στις πέτρες καθώς και σε πολλές άλλες χρήσεις. Υπάρχουν αρκετές παραλλαγές και εδώ αναφέρουμε την συχνότερη.

κοντέϊνερ: βλ. container

κόντρα: (εκτός από το γνωστό τρόπο ξυρίσματος) α. η διεύθυνση (ή ο φορέας) που είναι κάθετος (90 μοίρες) προς μία άλλη διεύθυνση, β. ένα λατάκι που τοποθετείται κάθετα προς ένα καλούπι ώστε να το κοντράρει, δηλ. να το εμποδίσει να μετακινηθεί κατά τη σκυροδέτηση. Πολύ συχνά για μονοκάλουπα, ντουλάπια κλπ. Περιστασιακά και γ. ένα υποστήλωμα λατάκι ή σωλήνα.

κορνίζα: α. καλούπι από φελιζόλ που τοποθετείται μέσα στο καλούπι του μπετόν πριν το σιδέρωμα και τη χύτευση για να δημιουργήσει ένα σχήμα συνήθως στις ακμές της κάτω πλευράς ενός προβόλου, β. το τελικό προϊόν του (α) από μπετόν και γ. περίγραμμα γύρω από κουφώματα (παράθυρα, πόρτες) συνήθως τα κάνει ο σοβατζής με λάσπη.

κορφιάς: η κάθε ευθεία που σχηματίζεται από την τομή δύο κεκλιμένων επιπέδων (στις ψηλές τους πλευρές) μιας σκεπής. Για κεραμοσκεπή, έτσι ονομάζεται και το είδος του κεραμυδιού (βυζαντινό) που θα χρησιμοποιηθεί για να σκεπάσει αυτή την ευθεία.

κούτελο: τοιχίο μικρού ύψους (λιγότερο από 1μ) με μικρό συνήθως πάχος (15-20εκ), συνήθως περιμετρικά ενός δώματοςή ενός προβόλου

κούφωμα: συνήθως χρησιμοποιείται για τα παράθυρα και τις πόρτες ενώ η πραγματική του ρίζα (από το κούφιος κι όχι το κουφός) αφορά το άνοιγμα στους τοίχους που θα δεχθεί το παράθυρο.

κρέμαση: (για δοκούς) σε μία κανονική δοκό, το μέρος της που κρέμεται κάτω από την πλάκα. Για παράδειγμα, για μία δοκό 20 Χ 60εκ. (πλάτος και ύψος αντίστοιχα), που στηρίζει μία πλάκα πάχους 18εκ., τα 42εκ. από τα 60 εκ. του συνολικού της ύψους, κρέμονται κάτω από τήν πλάκα.

κροκάλα: αδρανές υλικο με διάσταση 60-150 χιλιοστά περίπου.

κοιτόστρωση: είδος θεμελίωσης, αποτελούμενο από ολόσωμα άκαμπτη πλάκα

Πηγή: www.alpha6.gr